κολαστικός

κολαστικός
η , ό[ν] карающий, наказывающий

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "κολαστικός" в других словарях:

  • κολαστικός — corrective masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολαστικός — ή, ό (AM κολαστικός, ή όν) [κολαστής] ο σχετικός με τον κολασμό, κολαστήριος, κατάλληλος στο να τιμωρεί («τὸ δὲ κολαστικὸν ἐρινυῶδες καὶ δαιμονικόν, οὐ θεῑον δὲ οὐδἐ Ολύμπιον», Πλούτ.) (νεοελλ) αυτός που γίνεται για μετριασμό, περισταλτικός,… …   Dictionary of Greek

  • κολαστικά — κολαστικός corrective neut nom/voc/acc pl κολαστικά̱ , κολαστικός corrective fem nom/voc/acc dual κολαστικά̱ , κολαστικός corrective fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολαστικωτάτων — κολαστικός corrective fem gen superl pl κολαστικός corrective masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολαστικῶν — κολαστικός corrective fem gen pl κολαστικός corrective masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολαστικόν — κολαστικός corrective masc acc sg κολαστικός corrective neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολαστικαῖς — κολαστικός corrective fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολαστικαί — κολαστικός corrective fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολαστικοῖς — κολαστικός corrective masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολαστικοί — κολαστικός corrective masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολαστικοῦ — κολαστικός corrective masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»